Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου- 25η Μαρτίου





Η 25η Μαρτίου από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν, προσέλαβε για εμάς τους Έλληνες διπλή διάσταση. Η πρώτη είναι η Εκκλησιαστική, καθώς την ημέρα αυτή εορτάζουμε την κορυφαία Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Παναγίας Παρθένου. Η δεύτερη είναι η εθνική, καθώς σήμερα έρχεται στο νου το θαύμα της Επαναστάσεως και της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, ύστερα από μία μαύρη και μαρτυρική περίοδο τετρακοσίων χρόνων τουρκικής σκλαβιάς. Σ’ αυτά τα δύο θαυμαστά γεγονότα θα σταθούμε δι’ ολίγων, αναδεικνύοντας την διπλή διάσταση της σημερινής εορτής.
 Με τον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου αρχίζει να εξυφαίνεται το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας• το σχέδιο της αγάπης του Θεού για την σωτηρία του κόσμου. Πρόκειται για μέγα και υπέρλογο γεγονός. «Ποιος άνθρωπος μπορεί να συλλάβει το άπειρο βάθος του Μυστηρίου του Ευαγγελισμού; Ο Θείος Λόγος γίνεται εκείνο που δεν ήταν, δηλ. άνθρωπος˙ και γινόμενος άνθρωπος μένει πάλι και εκείνο που ήταν, δηλ. Θεός. Αλλά και η Παναγία έγινε εκείνο που δεν ήταν, δηλ. Μητέρα και έμεινε εκείνο που ήταν πρώτα, δηλ. Παρθένος! Μυστήρια, που, αν δεν πιστεύει ο άνθρωπος στην αγάπη και στην παντοδυναμία του Θεού, όσο και να παιδέψει το μυαλό του δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσει». Μπροστά στο θαύμα του Ευαγγελισμού ο λεγόμενος ορθός λόγος υποφέρει. Η ανθρώπινη επιστημοσύνη παρανοεί. Οι άνθρωποι της πίστης, όμως, το προσεγγίζουν με καρδιακή πίστη και άπειρη ευγνωμοσύνη στο έλεος του Θεού. Ο Θεός, στο πρόσωπο της Παναγίας, τοποθετεί μία γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης. Η Μαρία γίνεται η κλίμακα της ενανθρώπισης του Θεού και της θέωσης του ανθρώπου. Η στιγμή του Ευαγγελισμού είναι η αρχή της αναγέννησης του ανθρωπίνου γένους και της αποκατάστασής του στην αγάπη του Θεού, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
 Περνώντας στην εθνική διάσταση της εορτής θα επισημάνουμε την αρχή της αναγέννησης του σκλαβωμένου Γένους. Ο ταπεινός και σκλαβωμένος Ελληνισμός ξεσηκώνεται και επιτελεί το θαύμα της επανάστασης, ένα θαύμα που ξεπερνά τη λογική, αντίκειται στα δεδομένα της εποχής και οδηγεί στην οδό της ελευθερίας. Σ’ αυτό τον ανυπέρβλητο αγώνα ο ρόλος της Εκκλησίας υπήρξε καταλυτικά σημαντικός, γιατί η Εκκλησία, ως η μόνη οργανωμένη οντότητα του σκλαβωμένου Ελληνισμού, έγινε μπροστάρισσα και οδηγός στον αγώνα για την ελευθερία. Ο αγώνας αυτός δε θα μπορούσε ποτέ να αναληφθεί αν στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς, η Εκκλησία, με τους παπάδες και τους καλογήρους της, δεν αναλάμβανε το βαρύτατο ιστορικό χρέος να προστατέψει το Γένος από τους οργανωμένους εξισλαμισμούς, να διατηρήσει ζωντανή την Ελληνική γλώσσα και Παιδεία, την Ελληνική αυτοσυνειδησία, την πολύτιμη Θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση του Ελληνισμού, την Ορθόδοξη πίστη, κρατώντας, έτσι, ακμαίο το όραμα της ελευθερίας. Αυτή η πίστη στον Χριστό και η αγάπη για την σκλαβωμένη πατρίδα έγιναν οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι επαναστατημένοι πρόγονοί μας για να επιτύχουν την παλιγγενεσία.
 Την ίδια στιγμή η Εκκλησία εκείνη την εποχή, έδωσε και το αίμα της στον αγώνα για την ελευθερία. Η ιστορία έχει καταγράψει έντεκα Οικουμενικούς Πατριάρχες, με πρώτο τον Εθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τον Ε΄, εκατό Αρχιερείς και έξι χιλιάδες κληρικούς και μοναχούς, οι οποίοι, με το αίμα και τη θυσία τους, πότισαν το δένδρο της ελευθερίας.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας επιχειρείται μια ανίερη προσπάθεια ευτελισμού και απομυθοποίησης του ρόλου και της προσφοράς της Εκκλησίας στον αγώνα του ΄21. Στην επιχείρηση αυτή στρατεύονται, δυστυχώς και εγχώριες δυνάμεις – πολιτικές και δημοσιογραφικές - που, είτε ερμηνεύουν την ιστορία με υποκειμενικά κριτήρια, κάτω από το πολιτικο-ιδεολογικό τους πρίσμα, είτε εξυπηρετούν ελεγχόμενα συμφέροντα, που στοχεύουν στην παραχάραξη και στην θυσία της αληθινής ιστορίας, στο βωμό ελεγχόμενων και σαθρών γεωπολιτικών σχεδιασμών. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι άσχετη με την θέση στην οποία βρίσκεται ο Ελληνισμός σήμερα, ταπεινωμένος και εξαρτημένος από τα διεθνή συμφέροντα, που δε σέβονται την Ελληνική ιστορία, επειδή πρώτοι δεν την σεβόμαστε εμείς. Πρώτοι εμείς ανεχόμαστε την παραχάραξή της, πρώτοι εμείς την υποβαθμίζουμε στην εκπαιδευτική διαδικασία, πρώτοι εμείς απαξιώνουμε εκείνους που, σε πείσμα των καιρών, κάνουν τα πάντα για να την αναδείξουν και να την διδάξουν στα ανιστόρητα παιδιά μας.
Το μήνυμα της σημερινής εορτής, αδελφοί μου, είναι ότι Χριστός και Ελλάδα πάνε μαζί. Είναι μεγέθη άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και αυτό συνιστά τιμή και ιερό χρέος, να τα κρατήσουμε ζωντανά μέσα μας, αλλά και στην Ελλάδα της εποχής μας. Μόνο έτσι θα αποκτήσουμε και πάλι την χαμένη αυτοπεποίθησή μας, μόνο έτσι θα καταφέρουμε να βγούμε από το τέλμα και να δούμε το μέλλον μας με αισιοδοξία.
 Χρόνια πολλά και Ευλογημένα!


  •                             

από την Iερά Aγρυπνία... 








  •                                              

από τη Δοξολογία... 
                                                       





  •                               

από τον μεθέορτο Εσπερινό... 




  •                                       


από την Β’ Στάση των Χαιρετισμών... 











video





Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΟΝ Ι.Ν. ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΑΤΡΩΝ (20/3/2016)




Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι μια ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας εορτάζουμε την ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο συνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασίλισσας και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 – 843 μ.Χ.).
 Αναφερόμαστε στη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 726 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ’ ο Ίσαυρος (717 – 741 μ.Χ.) αποφάσισε να επιφέρει στο κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μια από αυτές ήταν η απαγόρευση προσκύνησης των ιερών εικόνων, επειδή, παίρνοντας αφορμή από ορισμένα ακραία φαινόμενα εικονολατρίας, πίστευε πως η χριστιανική πίστη παρέκλινε στην ειδωλολατρία. Στην ουσία όμως εξέφραζε δικές του ανεικονικές απόψεις, οι οποίες ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από την ανεικονική ιουδαϊκή και ισλαμική πίστη.
Η αναταραχή ήταν αφάνταστη. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε δύο φοβερά αντιμαχόμενες ομάδες, τους εικονομάχους και τους εικονολάτρες. Οι διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ανάλαβαν να υπερασπίσουν την ορθόδοξη πίστη. Στα 787 μ.Χ. συγκλήθηκε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διατύπωσε με ακρίβεια την οφειλόμενη τιμή στις ιερές εικόνες. Σε αυτή επίσης διευκρινίστηκαν και άλλα δυσνόητα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος και να ομιλούμε για θρίαμβο της Ορθοδοξίας μας.
Η εικόνα στην Ορθοδοξία μας δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσον τιμής του εικονιζόμενου προσώπου. Ακόμα και ο Χριστός μπορεί να εικονισθεί, διότι έγινε άνθρωπος. Μάλιστα όποιος αρνείται τον εικονισμό του Χριστού αρνείται ουσιαστικά την ανθρώπινη φύση Του! Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια.
Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, διότι η τιμή δεν απευθύνεται στην ύλη, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356). Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.
Η εικόνα έχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείον.
 Βεβαίως η ηρεμία δεν αποκαταστάθηκε, διότι εξακολουθούσαν να βασιλεύουν εικονομάχοι αυτοκράτορες. Στα 843 η ευσεβής αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ του Γ΄, έθεσε τέρμα στην εικονομαχική έριδα και συνετέλεσε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
 Οι Πατέρες όρισαν να εορτάζεται ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος την πρώτη Κυριακή των Νηστειών για να δείξει στους πιστούς πως ο πνευματικός μας αγώνας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ορθή πίστη για να είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Νηστεία και ασκητική ζωή έχουν και άλλες αιρέσεις ή θρησκείες, και μάλιστα με πολύ αυστηρότερους κανόνες άσκησης. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν και να ενωθούν με το Θεό. Η σωτηρία είναι συνώνυμη με την αλήθεια, αντίθετα η πλάνη και το ψεύδος οδηγούν σε αδιέξοδα και εν τέλει στην απώλεια.Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι μια ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας εορτάζουμε την ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο επισυνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασιλίσσης και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 – 843 μ.Χ.). Αναφερόμαστε στη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 726 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ’ ο Ίσαυρος (717 – 741 μ.Χ.) αποφάσισε να επιφέρει στο κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μια από αυτές ήταν η απαγόρευση προσκύνησης των ιερών εικόνων, επειδή, παίρνοντας αφορμή από ορισμένα ακραία φαινόμενα εικονολατρίας, πίστευε πως η χριστιανική πίστη παρέκλινε στην ειδωλολατρία. Στην ουσία όμως εξέφραζε δικές του ανεικονικές απόψεις, οι οποίες ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από την ανεικονική ιουδαϊκή και ισλαμική πίστη. Η αναταραχή ήταν αφάνταστη. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε δύο φοβερά αντιμαχόμενες ομάδες, τους εικονομάχους και τους εικονολάτρες. Οι διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ανάλαβαν να υπερασπίσουν την ορθόδοξη πίστη. Στα 787 μ.Χ. συγκλήθηκε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διατύπωσε με ακρίβεια την οφειλόμενη τιμή στις ιερές εικόνες. Σε αυτή επίσης διευκρινίστηκαν και άλλα δυσνόητα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος και να ομιλούμε για θρίαμβο της Ορθοδοξίας μας. Η εικόνα στην Ορθοδοξία μας δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσον τιμής του εικονιζόμενου προσώπου. Ακόμα και ο Χριστός μπορεί να εικονισθεί, διότι έγινε άνθρωπος. Μάλιστα όποιος αρνείται τον εικονισμό του Χριστού αρνείται ουσιαστικά την ανθρώπινη φύση Του! Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, διότι η τιμή δεν απευθύνεται στην ύλη, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356). Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας. Η εικόνα έχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείον. Βεβαίως η ηρεμία δεν αποκαταστάθηκε, διότι εξακολουθούσαν να βασιλεύουν εικονομάχοι αυτοκράτορες. Στα 843 η ευσεβής αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ του Γ΄, έθεσε τέρμα στην εικονομαχική έριδα και συνετέλεσε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Οι Πατέρες όρισαν να εορτάζεται ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος την πρώτη Κυριακή των Νηστειών για να δείξει στους πιστούς πως ο πνευματικός μας αγώνας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ορθή πίστη για να είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Νηστεία και ασκητική ζωή έχουν και άλλες αιρέσεις ή θρησκείες, και μάλιστα με πολύ αυστηρότερους κανόνες άσκησης. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν και να ενωθούν με το Θεό. Η σωτηρία είναι συνώνυμη με την αλήθεια, αντίθετα η πλάνη και το ψεύδος οδηγούν σε αδιέξοδα και εν τέλει στην απώλεια.









Ερμηνεία της Α’ Στάσης των Χαιρετισμών της Παναγίας



Ο Ακάθιστος Ύμνος ή αλλιώς Χαιρετισμοί της Παναγίας, είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., μεστό επαίνων, ευχαριστικών και προσευχών προς την Παναγία. Οι χαιρετισμοί της Παναγίας είναι υμνωδία μέσω της οποίας κάθε πιστός χαίρεται ιδιαίτερα να διαβάζει την μεγάλη Τεσσαρακοστή διαβάζονται κάθε Παρασκευή και για πέντε συναπτές εβδομάδες . Τα νοήματα των χαιρετισμών είναι υψηλά και βαθειά και θεωρούμε πολύ χρήσιμη μία μικρή σύντομη ερμηνεία. Σήμερα, 18 Μαρτίου, 44 ημέρες πριν από το Πάσχα, είναι οι Α΄Χαιρετισμοί της Παναγίας. Ας δούμε, όμως, ποιά είναι η ερμηνεία Α’ Στάσης: Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τη Θεοτόκε το χαίρε. (3) και συν τη ασωμάτω φωνή, σωματούμενον σε θεωρών Κύριε, εξίστατο και ίστατο, κραυγάζων προς αυτήν τοιαύτα. Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ πήγε στην παρθένο Μαρία για να της αναγγείλει ότι θα γινόταν Μητέρα του Χριστού, είδε ότι ενώ ακουόταν η ασώματη φωνή του, ο Υιός του Θεού έπαιρνε σώμα μέσα στα άσπιλα σπλάχνα της Παναγίας। Τότε θαύμασε λοιπόν, το άυλο και ουράνιο αυτό πνεύμα και άρχισε να απευθύνει στην θεοτόκο τα παρακάτω «χαίρε». Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει। Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει. Μες από την Παναγία θα έβγαινε η λάμψη της χαράς, δηλαδή ο Λυτρωτής. Και πάλι μες από την Παναγία θα δινόταν στους ανθρώπους η απαλλαγή από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος. Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις. Χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις. Χαίρε, γιατί με σένα ξαναφωνάζει κοντά του τον πεσμένο Αδάμ ο θεός και λυτρώνει την Εύα από τα δάκρυά της. Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς. Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς. Οι ανθρώπινοι λογισμοί δεν μπορούν να φτάσουν εύκολα στο ύψος της αξίας που σου έδωσε η Χάρις του Θεού. Και τα μάτια των αγγέλων δεν μπορούν να βυθοσκοπήσουν το μυστήριο που επάξια εκπροσωπείς. Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα. Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα. Μαρία κρατάς στα γόνατά σου ως επίγειος θρόνος τον Κύριον του παντός.Βαστάζεις Εκείνον που όλα τα ορατά και αόρατα βαστάζει. Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον. Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως. Είσαι ο αυγερινός, που λάμπεις πριν ανατείλει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης,ο Χριστός. Είσαι η γυναίκα που από σένα και με την θέλησή σου πήρε σάρκα ο Υιός του Θεού. Χαίρε, δι’ ης νεουργείται η κτίσις. Χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης. Είσαι εκείνη με την οποίαν ανανεώνεται η κτίση και από την οποία προήλθε ως βρέφος ο Κτίστης. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε। Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία, φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως. Το παράδοξον σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται. Ασπόρου γαρ συλλήψεως, την κύησιν πως λέγεις κράζων. Βλέποντας η Παναγία ότι ήταν παρθένος απόρησε πως θα ήταν δυνατό να γεννήσει παιδί.Σάστισε στα λόγια του Αρχαγγέλου και ταράχτηκε.Της φάνηκαν παράδοξα και δεν μπορούσε να τα εννοήσει.Και με το θάρρος της αγνότητας τον ρώτησε πως θα γινόταν αυτό αφού ήταν παρθένος. Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα, εβόησε προς τον λειτουργούντα। Εκ λαγόνων αγνών, Υιόν πως εστί τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι. προς ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω. Αλληλούια Αυτό που ζητούσε να μάθει η Παναγία ήταν γνώση που ξεπερνούσε την δύναμη του ανθρώπινου λογικού।Ήταν θείο μυστήριο. Ερωτά όμως τον άυλο λειτουργό του Υψίστου τον Αρχάγγελο και τον παρακαλεί να της πει πώς θα συμβεί να γεννήσει παιδί από παρθενικά σπλάχνα. Και ο Γαβριήλ, έμφοβος ενώπιον εκείνης που θα έδινε στον κόσμο τον Σωτήρα, της λέγει με λειτουργική φωνή: Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις. Χαίρε, σιγής δεομένων πίστις. Χαίρε συ που ο Κύριος σε αξιώνει να μάθεις τη μυστική Του απόφαση και θέληση. Χαίρε που τα ανέκφραστα πληροφορείσαι με την πίστη. Χαίρε, των αθυμάτων Χριστού το προοίμιον. Χαίρε, των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον. Η Παναγία είναι το πρώτο και μεγαλύτερο από τα θαύματα της ενσάρκου οικονομίας. Είναι ακόμα η βάση και το αποκορύφωμα των δογμάτων της πίστεώς μας στον Χριστό. Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβη ο Θεός. Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν. Σκάλα που κατέβηκε ο θεός, για να έλθει από τον ουρανό στη γη, είναι η Παναγία. Και συγχρόνως και γέφυρα, που μας ενώνει και ανεβάζει από τη γη στον ουρανό. Χαίρε, το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα। Χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα. Εσένα Μαρία θαυμάζουv οι άγγελοι κι ο ένας στον άλλον μεταδίδει τα σχετικά με σε. Και συ είσαι που τραυμάτισες τους χαιρέκακους δαίμονες τον κατάλληλο καιρό. Χαίρε, το φως αρρήτως γεννήσασα. Χαίρε, το πως μηδένα διδάξασα. Γέννησες το Φως του κόσμου με τρόπο ανείπωτο και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το πως. Χαίρε, σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν. Χαίρε, πιστών καταυγάζουσα φρένας. Είσαι κάτι που οι σοφοί δεν μπορούν να εννοήσουv.Είσαι η αυγή, που λάμπει στο νου τωv πιστών. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε। Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε, προς σύλληψιν τη απειρογάμω. Και την εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι, τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρία, εν τω ψάλλειν ούτως. Η δύναμη του Υψίστου έπεσε κατά τον Ευαγγελισμό πάνω στη Μαρία και την ήσκιωσε. Και η εύκαρπη κοιλία της έγινε για μας γλυκό χωράφι, απ’ όπου θερίσαμε τη σωτηρία, ψάλλοντας όλοι μαζί Αλληλούια. ’Εχουσα θεοδόχον, η Παρθένος την μήτραν, ανάδραμε προς την Ελισάβετ, το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τον ταύτης ασπασμόν, έχαιρε και άλμασιν, εβόα προς την Θεοτόκον. Μετά τον Ευαγγελισμό η Παναγία πήγε να επισκεφθεί την Ελισάβετ τη συγγενή της, που ήταν ήδη έγκυος στον Ιωάννη τον Πρόδρομο। Και μόλις η Μαρία, που είχε συλλάβει το Χριστό, πλησίασε την Ελισάβετ, το βρέφος που ήταν στην κοιλία της Ελισάβετ κατάλαβε ότι ήταν η Μητέρα του Κυρίου και σκίρτησε. Και με τα σκιρτήματα αυτά η μητέρα του Ιωάννη την χαιρέτησε ως εξής: Χαίρε, βλαστού αμαράντου κλήμα. Χαίρε, καρπού ακηράτου κτήμα. Χαίρε κλήμα από την αμάραντη ρίζα του οίκου Δαυίδ. Χαίρε συ που τον άφθαρτο καρπό κατέχεις,δηλαδή τον Ιησού. Χαίρε, γεωργόν γεωργούσα φιλάνθρωπον. Χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα. Συ είσαι ο αγρός όπου βλάστησε ο φιλάνθρωπος γεωργός, δηλαδή ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Συ είσαι το χώμα όπου φύεται ο Φυτευτής της ζωής μας. Χαίρε, άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οικτιρμών. Χαίρε, τράπεζα βαστάνουσα ευθηνίαν ιλασμών. Χαίρε γη, που βλαστάνεις με ευφορία τους Θείους οικτιρμούς και τράπεζα που έχεις πάνω σου τη δωρεά τωv θείων ιλασμών. Χαίρε, ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις. Χαίρε, ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις. Χλοερό λιβάδι για να εντρυφούμε έγινες κι ετοιμάζεις λιμάνι απάνεμο όπου θα καταφεύγουν οι ψυχές. Χαίρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα. Χαίρε, παντός του κόσμου εξίλασμα. Οι δεήσεις σου στον Κύριο για μας είναι ως θυμίαμα ενώπιόν Του ευπρόσδεκτο. Και συ εξιλεώνεις όλον τον κόσμο. Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευδοκία. Χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία. Η καλοσύνη του θεού σε μας αποδείχθηκε με σένα.Και συ μας δίνεις θάρρος να απευθυνόμαστε σε Εκείνον. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε। Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, προς την άγαμόν σε θεωρών, και κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε। Μαθών δε σου την σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη.Αλληλούια Ο δίκαιος Ιωσήφ έπεσε σε ταραχή και η σκέψη του κρυφά τον παίδευε και τον ζάλιζε,βλέποντας σε άγαμη και υποπτευόμενος ότι είχες γίνει έγκυος από άλλον άνδρα.Αλλά όταν έμαθε ότι το παιδί που είχες στο σπλάχνο σου ήταν από πνεύμα Άγιο αναφώνησε. Αλληλούια.








                                                   


   

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ ΣΤΟΝ Ι.Ν.ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ (16/3/2016)




Τό εὐχέλαιο εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποιο τελεῖται στόν ναό ἤ στο σπίτι γιά τήν ἴαση σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν. Ἡ σύσταση τοῦ εὐχελαίου, ὅπως καί τῶν ὑπόλοιπων μυστηρίων, ἀνάγεται στήν Καινή Διαθήκη καί μάλιστα τήν Καθολική Ἐπιστολή Ἰακώβου: (κεφάλαιο ε´, στίχοι 14 -15). Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας καί προσευξάσθω ἐπ' αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ἤ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. (ἀπόδοση στήν νεοελληνική) Εἶναι κάποιος ἀπό σᾶς ἄρρωστος; Νά προσκαλέσει τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας νά προσευχηθοῦν γι' αὐτόν καί νά τόν ἀλείψουν μέ λάδι, ἐπικαλούμενοι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καί ἡ προσευχή πού γίνεται μέ πίστη θά σώσει τόν ἄρρωστο· ὁ Κύριος θά τόν κάνει καλά. Κι ἄν ἔχει ἁμαρτίες, θά τοῦ τίς συγχωρέσει. Καθώς ἡ πρώτη μαρτυρία περί τοῦ εὐχελαίου συναντᾶται στήν Καθολική Ἐπιστολή Ἰακώβου, ἡ συγγραφή τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου ἀποδόθηκε στόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο, χωρίς ὄμως κάτι τέτοιο νά ἰσχύει στήν πραγματικότητα. Ἡ ἀπόδοση τῆς πατρότητας τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου στόν ἅγιο Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο ὀφείλεται καί στή συχνότατη μνεία τοῦ ὀνόματός τους στίς εὐχές, καθώς καί στήν παρεμβολή τροπαρίων πρός τιμήν του. Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου τελεῖται "ἐν ἐκκλησίᾳ ἤ ἐν οἴκῳ". Στά ἀρχαῖα λειτουργικά βιβλία ὑπάρχουν εἰδικές εὐχές γιά τήν εὐλογία τοῦ ἐλαίου, ὥστε αὐτό νά ἀποκτήσει ἰαματική δύναμη. Οἱ ἁπλές αὐτές εὐχές ἐξελίχθηκαν μέ τόν καιρό σέ πλήρη ἀκολουθία, πού τελοῦνταν στό ναό μαζί μέ τή θεία λειτουργία, ὅπως καί ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας . Και ἐάν μέν ὁ ἀσθενής ἦταν σέ θέση νά μετακινηθεῖ, παρευρίσκονταν κι ἐκεῖνος κατά τήν τέλεσή της. Διαφορετικά, μετά τό πέρας τῆς θείας λειτουργίας, οἱ ἱερεῖς μετέβαιναν στό σπίτι τοῦ ἀσθενῆ καί τόν ἔχριαν μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο. Ἀργότερα ἡ ἀποδέσμευση τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου ἀπό τή θεία λειτουργία ὁδήγησε στή γενίκευση της τελέσεώς της στά σπίτια. Σ' αὐτό συνετέλεσε καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰακώβου "προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους " ὁπότε ἐννοεῖται ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου στά σπίτια. Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου τελεῖται "εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος ". Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ σωματική ἀσθένεια θεωρεῖται ὡς ὁ πικρός καρπός τῆς ἁμαρτίας. Ὁποιαδήποτε ἀσθένεια, ὡς διαταραχή τῆς ἁρμονικῆς λειτουργίας τοῦ σώματος, ὀφείλεται σέ πνευματικά αἴτια καί κυρίως στή διαταραχή τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ἡ παράβαση, συνεπῶς, τοῦ θείου νόμου ἔχει συνέπειες καί στήν ἴδια τήν ὑγεία μας. Στά ἱερά κείμενα δέν παρουσιάζεται μόνο ἡ στενή σύνδεση τῆς ἀσθένειας μέ τήν ἁμαρτία ἀλλά συγχρόνως ὑποδεικνύεται καί ὁ τρόπος τῆς θεραπείας: ἡ εἰλικρινής μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή στόν Θεό. Δέν εἶναι σπάνια καί τά περιστατικά, κατά τά ὁποῖα καί οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί ὁμολογοῦν ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἀντιμετωπίσεως διαφόρων ἀνιάτων κυρίως, ἀσθενειῶν καί διά πνευματικῶν μέσων τῆς χάριτος . Αὐτά διεγείρουν στόν ἀσθενῆ τήν ἀπαραίτητη μετάνοια καί τήν ἀνάκτηση τῆς εἰρηνικῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Συχνά οἱ βαρειές σωματικές παθήσεις καταδεικνύουν τήν εἰδική μέριμνα τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ στόν ἀσθενῆ ἄνθρωπο. Αὐτές οἱ παθήσεις θεραπεύονται εἴτε μέ τήν ἐπίκληση τῆς θείας βοηθείας εἴτε μέ τή χρησιμοποίηση , παράλληλα πρός τά φυσικά μέσα τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, καί τῶν ὑπερφυσικῶν μέσων τῆς θείας χάριτος διά τῶν σχετικῶν μυστηρίων, ὅπως τοῦ εὐχελαίου. Ἡ ἀκολουθία τοῦ εὐχελαίου, ὅπως συνήθως τελεῖται σήμερα, ἀποτελεῖται ἀπό διάφορα λειτουργικά στοιχεῖα: εἰρηνικά καί ἁγιάστική εὐχή τοῦ ἐλαίου, ἑπτά ζεύγη βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων (ἀποστολικά καί εὐαγγελικά) μέ ἰσάριθμες αἰτήσεις καί εὐχές καί τέλος ἱλαστική (συγχωρητική) εὐχή γιά τούς παρευρισκομένους. Γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοποθετεῖται πάνω σέ κάποιο τραπέζι τό εὐαγγέλιο, μικρή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, κανδήλα ἀναμμένη καί δοχεῖο μέ ἀλεύρι, στό ὁποῖο ἀνάβονται ἑπτά κεριά. Ἡ κανδήλα πρέπει νά εἶναι καθαρή καί νά τοποθετεῖται στό κέντρο τοῦ τραπεζιοῦ μαζί μέ μιά εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Στήν κανδήλα μέσα τοποθετεῖται ἁγνό λάδι, ἔνδειξη καθαρῆς καί ὁλοπρόθυμης προσφορᾶς στόν Θεό. Τό λάδι δέν ὑπῆρξε γιά πολλούς ἀνθρώπους μόνο βασικό εἶδος διατροφῆς, ἀλλά καί πολύτιμο φάρμακο. Γι' αὐτό καί ὁ καλός Σαμαρείτης στήν ὁμώνυμη παραβολή (Εὐαγγέλιον κατά Λουκᾶν) περιποιεῖται στοργικά τόν τραυματία ρίχνονας στίς πληγές του λάδι. Ἡ θεραπευτική, μαγική ἤ συμβολική χρήση τοῦ λαδιοῦ εἶναι εὐρύτερα διαδεδομένη σέ πολλούς λαούς καί θρησκεῖες. Ἄλλο, ὅμως, τό ἔλαιο τοῦ εὐχελαίου. Οὔτε ἡ θεραπευτική χρήση τοῦ ἐλαίου, οὔτε ἡ μαγική χρήση του σέ ἀρχαίους λαούς, οὔτε ἡ θρησκευτική του χρήση στή λατρεία τῆς Π. Διαθήκης, μειώνει τήν ἀξία τοῦ χριστιανικοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Γενικά, τό ἔλαιο, χρησιμοποιούμενο στή θ. λατρεία, ἐκλαμβάνεται ὡς σύμβολο τοῦ θείου ἐλέους, τῆς πνευματικῆς δύναμης καί τῆς ἄφθονης παροχῆς στούς πιστούς τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, τό ἔλαιο, μετά τίς εὐχές τῶν ἱερέων, δέν εἶναι πιά κοινό λάδι· ὅπως καί στή βάπτιση: τό νερό τῆς κολυμβήθρας, μετά τίς εὐχές τοῦ λειτουργοῦ, δέν εἶναι πιά κοινό νερό. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας γίνεται ἡ χρίση μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο. Συνήθως χρίεται σταυροειδῶς τό μέτωπο, τό σαγόνι, οἱ δύο παρειές καί τά χέρια μέσα στήν παλάμη καί στό ἐξωτερικό τους μέρος. Μ' αὐτή τή χρίση, ζητοῦμε ἀπό τόν Κϋριο νά θεραπεύσει τό πνεῦμα, τίς σκέψεις καί ὁλόκληρο τόν ἐσωτερικό κόσμο. Ἀκόμη, νά δίνει δύναμη σ' ἐκεῖνα τά μέλη τοῦ σώματος μέ τά ὁποῖα κάνουμε τίς περισσότερες πράξεις· τά χέρια εἶναι τά μέλη πού ἐκτελοῦν τίς ἐντολές τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν εἶναι ἐπισης ἄτοπο, σέ περίπτωση ἀσθενείας , νά χρείεται, ἐάν εἶναι δυνατό, καί τό μέλος πού πάσχει. Ἡ χρίση τῶν ἄλλων προσώπων ἤ μελῶν τῆς οἰκογενείας, πού ἦταν ἀπόντα κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου, μπορεῖ νά γίνει καί ἀπό κάποιο λαϊκό χριστιανό, μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ ἱερέα. Ἡ χρίση ἀποτελεῖ τό ὁρατό καί αἰσθητό σημεῖο τοῦ μυστήριου τοῦ εὐχελαίου. Στό δοχεῖο μέ τό ἀλεύρι ἀνάβουμε ἑπτά κεριά. Πρόκειται γιά ἐκσυγχρονισμό ἑνός παλιοῦ ἐθίμου, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν σιτάρι. Τό σιτάρι ἦταν ἕνας εἶδος πού ὑπῆρχε σέ ὄλα τά σπίτια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως σήμερα τό ἀλεύρι πού τό ἀντικατέστησε. Σήμερα μέ τό ἀλεύρι αὐτό κατασκευάζουν πρόσφορο γιά τή θ. λειτουργία· ἔτσι εἶναι καλό νά ἐπακολουθεῖ καί τό μυστήριο τῆς θ. εὐχαριστίας. Τό ἀλεύρι δέν συμβολίζει κάτι ἰδιαίτερο· πρόκειται γιά ὑλικό, ἁπλό καί κατάλληλο γιά τή σταθεροποίηση τῶν ἑπτά κεριῶν. Ὁ ἀριθμός ἑπτά εἶναι συμβολικός "εἰς τύπον τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος", ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. Μέ τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου ἔχουν συνδεθεῖ ὁρισμένες παρεξηγήσεις, ἐνστάσεις ἤ δεισιδαιμονίες. Καί πρῶτα ἀπ' ὅλα, ὁρισμένοι θεωροῦν ὅτι μέ τήν ἱλαστική (συγχωρητική ) εὐχή τοῦ εὐχελαίου ἀναπληρώνουν τήν ἐξομολόγηση, πού δέν κάνουν γιά διάφορους λόγους. Πρέπει, λοιπόν, νά ἐπισημάνουμε ὅτι κάθε μυστήριο ἔχει τή δική του ἀξία κανένα δέν ὑποκαθιστᾶ τό ἄλλο. Ἡ συμμετοχή σέ ὅλα τά μυστήρια καί, γενικότερα στό σύνολο τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζει στούς πιστούς τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐν Χριστ ῷ σωτηρία. Μέ τή συγχωρητική εὐχή πού διαβάζει στόν ἐξομολογούμενο ὁ ἱερέας στό τέλος τῆς ἐξομολόγησής του ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες γιά τίς ὁποῖες ἐκεῖνος μετανόησε καί τίς ὁποῖες ἤδη ἔχει ἐξομολογηθεῖ. Μέ τήν ἱλαστική συγχωρητική εὐχή τοῦ εὐχελαίου, ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά θεραπεύσει τόν ἄρρωστο τήν ἀσθένειά του, ἀκόμη καί ἐάν ἡ αἰτία της εἶναι ἡ ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία στό μεταξύ ἐκεῖνος μετανόησε καί ἐξομολογήθηκε. Στό εὐχέλαιο, δηλαδή, ζητοῦμε τήν ἐνίσχυση τῆς ἀδυναμίας μας. Ἡ συγχωρητική εὐχή τοῦ εὐχελαίου δέν καταργεῖ τήν ἐξομολόγηση ἀλλά τή συμπληρώνει ἐπαναδιατυπώνει τό αἴτημα τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν. Μιά ἄλλη παρεξήγηση συμβαίνει μέ τό ἀλεύρι, πού χρησιμοποιεῖται για τή στήριξη τῶν κεριῶν. Ὁρισμένοι πιστοί δέν ἀρκοῦνται στή χρίση μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο, ἀλλά ζητοῦν καί ἀλεύρι γιά διάφορες χρήσεις: νά τό βάλουν κάτω ἀπό τό μαξιλάρι τοῦ παιδιοῦ τους, γιά νά δείξει ὁ Θεός τό τυχερό τους ἤ γιά νά φύγει τό κακό ἀπό τό σπίτι ἤ γιά νά τό ἀραιώσουν μέ νερό καί νά τό πιεῖ ὁ ἀσθενής. Ἐπειδή τά παραπάνω ἐγγίζουν τή δεισιδαιμονία, πρέπει νά τονίσουμε ὅτι τό μυστήριο ὀνομάζεται εὐχέλαιο καί ὄχι "εὐχάλευρο" . Ἐκεῖνο πού ἁγιάζεται εἶναι τό λάδι καί ὄχι τό ἀλεύρι. Τό τελευταῖο χρησιμοποιεῖται μόνο γιά πρακτικούς λόγους. Θά μποροῦσε καί νά μήν ὑπάρχει. Χωρίς ἀλεύρι μπορεῖ νά τελεστεῖ τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου· χωρίς λάδι δέν γίνεται. Ἁπλά ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γίνει, ὅπως καί γίνεται ἄλλωστε, εἶναι νά κατασκευάζεται πρόσφορο γιά τή θεία λειτουργία μέ τό ἀλεύρι τοῦ εὐχελαίου. Ὁποιαδήποτε ἄλλη χρήση του, ξεφεύγει ἀπό τό ὀρθό. Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη παρεξήγηση, πού συνιστᾶ σύγχυση τοῦ σκοποῦ τοῦ εὐχελαίου. Πολλοί ζητοῦν εὐχέλαιο γιά νά ἐγκαινιάσουν τό καινούργιο τους σπίτι ἤ τό κατάστημα. Παραπάνω περιγράψαμε μέ σαφήνεια τόν σκοπό τοῦ εὐχελαίου: ἡ θεραπεία σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀσθενειῶν. Εἶναι ξεκάθαρο. Γιά τά σπίτια, τά καταστήματα, τά ὀχήματα καί ὅλα τά ὑπόλοιπα ὑπάρχουν οἱ ἀντίστοιχες ἁγιαστικές πράξεις. Ἀκόμη, δέν εἶναι καί λίγοι ἐκεῖνοι πού ζητοῦν ἀπό τόν ἱερέα νά τελέσει ἁγιασμό καί εὐχέλαιο μαζί, πράγμα πού δείχνει σύγχυση καί παρεξήγηση. Λές καί χρειάζεται περισσότερες ἀπό μία ἁγιαστικές πράξεις γιά νά ζητήσουμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἕνα ἐρώτημα πού συνδέεται μέ τήν τέλεση τοῦ εὐχελαίου, εἶναι ἐάν μποροῦμε νά χρίουμε μέ τό ἁγιασμένο ἔλαιο τοῦ εὐχελαίου τά ἀβάπτιστα βρέφη. Εἶναι γνωστό ὅτι τό βάπτισμα ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση συμμετοχῆς καί στά ὑπόλοιπα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, κάποιος πού δέν ἔχει βαπτιστεῖ δέν μπορεῖ οὔτε νά κοινωνήσει, οὔτε νά χρισθεῖ στό εὐχέλαιο. Ἀντίθετα, ἕνα βαπισμένο παιδί, ἀκομη κι ἄν βρίσκεται σέ βρεφική ἡλικία, ὁπότε στερεῖται τῶν ἁμαρτιῶν τῶν μεγάλων γιά τίς ὁποῖες ζητεῖται ἡ ἄφεση, μπορεῖ νά λάβει τόν ἁγιασμό τοῦ εὐχελαίου. Τέλος, μιά ἄλλη παρεξήγηση συνδέεται μέ τήν ἀντίληψη ὅτι τό εὐχέλαιο ἀφορᾶ τούς ἑτοιμοθάνατους καί ὅσους γενικά βρίσκονται στήν τελική φάση τῆς ἀσθένειάς τους. Αὐτή ἡ ἀντίληψη καλλιεργήθηκε κυρίως μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων Ρώσων μᾶλλον ἀπό ἐπιρροή τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Παρατηρεῖται καί σέ μᾶς, ἄν καί σπάνια, μιά ἀποφυγή τελέσεως τοῦ εὐχελαίου ἀπό τό φόβο μήπως προκληθεῖ ἤ ἐπισπευσθεῖ ὁ θάνατος τοῦ ἀσθενῆ. Ὁ φόβος αὐτός, ὅμως, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Οἱ συγγενεῖς φοβοῦνται νά τό ποῦν στόν ἀσθενῆ. Ὁ ἀσθενής φοβᾶται να τό ζητήσει. Τό εὐχέλαιο εἶναι γιά τήν ὑγεία καί τή ζωή. Γιά ὑγεία καί ζωή μιλοῦν ὅλες οἱ αἰτήσεις καί οἱ εὐχές τοῦ μυστηριου. Τέλος, εἶναι δυνατό νά διατυπωθεῖ καί μία ἔνσταση: γιατί δέν θεραπεύει παντοτε; τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου δέν συστάθηκε γιά νά καταργεῖ κάθε ἀσθένεια, τόν θάνατο καί τήν ἰατρική ἐπιστήμη. Πολλές φορές φέρνει ἔμμεση θεραπεία. Ἄλλωστε, ἡ θεραπεία ἐξαρτᾶται ἀπο τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια χάρη παρέχεται σέ ὅλους, ὅλοι ὅμως δέν θεραπεύονται. Ἡ θεραπεία μπορεῖ νά μήν εἶναι πάντοτε γιά τό εὐρύτερο συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Παραμένει γιά νά παιδαγωγήσει ἴσως τόν ἀσθενή καί νά τόν ὁδηγήσει μέ βεβαιότητα στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία· ὁποτε καί πάλι ἐπιτυγχάνεται ὁ ἀπώτερος σκοπός τοῦ μυστηρίου. Ἀπ' ὅλα ὅσα ἐκτέθηκαν παραπάνω συνοπτικά, γίνεται ἀντιληπτή ἡ ἀξία τοῦ μυστηρίου τοῦ εὐχελαίου. Ἡ ἀξία αὐτή δέν εἶναι μόνο μυστηριακή ἤ λειτουργική. Τό εὐχέλαιο ἔχει καί ἀξία παιδαγωγική. Τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα (ἀποστολικά καί εὐαγγελικά), οἱ αἰτήσεις καί οἱ εὐχές ἀσκοῦν εὐεργετική ἐπίδραση τόσο στόν ἴδιο τόν ἀσθενῆ ὅσο καί στό περιβάλλον του. Ὅπως παρατηρήθηκε πολύ εὔστοχα, μέ τό εὐχέλαιο ἐπιτελεῖται ἕνα εἶδος οἰκογενειοθεραπείας. Ἀκόμη καί ἐάν δέν συντρέχει λόγος σοβαρῆς ἀσθένειας ἡ τέλεση τοῦ εὐχελαίου εἶναι ἐπιβεβλημένη. Πρῶτον· ἐκτός ἀπό μιά σοβαρή ἀσθένεια, ἐνδέχεται νά ὑπάρχει καί κάποια ἄλλη, λανθάνουσα, πού ἐνδεχομένως δέν ἔδωσε συμπτώματα γιά νά γίνει ἄμεσα ἀντιληπτή. Καί δεύτερον ὑποδεικνύεται στούς πιστούς μιά ἄλλη διάσταση ἀντιμετώπισης τῆς ἀσθένιας. Ἐκτιμᾶται ἀπ' τούς μετέχοντες στό μυστήριο τό ἀγαθό τῆς ὑγείας καί ὑποδεικνύεται ἕνας ἄλλος τρόπος ἀντιμετώπισης τῆς ἀσθένειας: ἡ πνευματικότητα. Ὁ ἀσθενής καί οἱ συμπάσχοντες οἰκεῖοι του καλοῦνται νά βαστάσουν μέ καρτερία καί ὑπομονή τήν προκείμενη σωματική δοκιμασία. Ἀκόμη δέ, καί στήν περίπτωση πού αὐτή παραμένει ἀνίατη, ἀναδεικνύεται ἡ πρός τόν Θεό ἐλπίδα καί ἀφοσίωση τοῦ ἀσθενῆ, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖται μέ πλήρη ἐμπιστοσύνη καί ἀγάπη πρός τόν Θεό σέ εἰρηνικό χριστιανικό τέλος τῆς παρούσας βιοτῆς του, πράγμα πού ἀποτελεῖ καί ἕνα ἀπό τά βασικά λειτουργικά αἰτήματα τοῦ εὐχελαίου. Τέλος, ἡ τέλεση τοῦ εὐχελαίου στό σπιτι δίνει μιά καλή εὐκαιρία ἐπικοινωνίας τοῦ ἱερέα μέ τά μέλη τῆς οἰκογένειας. Αὐτή, ἐκτός ἀπό τόν μυστηριακό της χαρακτήρα, μπορεῖ νά ἐπεκταθεῖ καί σέ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, γεγονός πού θά βοηθήσει τούς συμμετέχοντες, ἰδιαίτερα τά παιδιά καί τούς νέους, σέ μιά στενότερη ἐπαφή μέ τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐνορίας καί τίς διάφορες δραστηριότητές της. Τό λιγότερο: θά δώσει μιά πολύτιμη, ἴσως πρωτόγνωρη, ἐμπειρία ἀκόμη καί σέ πιστούς πού ἀπέχουν ἀπό τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.












 
  
 

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Η Κυρά Σαρακοστή!

Πέρασαν οι Απόκριες, πάνε οι μασκαράδες, ήρθε και η Σαρακοστή μ’ ελιές και ταραμάδες Αυτό ισχύει από τα απόψε. Τέλος οι Αποκριές. Απ’ αύριο αρχίζει η περίοδος της Σαρακοστής που κρατά 50 μέρες. Από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Ωστόσο το όνομα έμεινε Σαρακοστή (τεσσαρακοστή) γιατί αρχικά η νηστεία κρατούσε 40 ημέρες, επιδή και ο Χριστός νήστεψε 40 ημέρες. Τις τρεις πρώτες μέρες η νηστεία είναι απόλυτη. Ούτε ψωμί ούτε νερό. Και την εποχή που δεν υπήρχαν τα ημερολόγια, για να μη χάνουν τις ημέρες και τις εβδομάδες της νηστείας έφτιαχναν την κυρά Σαρακοστή. Επαιρναν κόλλα και χαρτί και σχεδίαζαν μια γυναίκα σαν καλόγρια. Με εφτά πόδια. Στο τέλος της κάθε βδομάδας, έκοβαν και από ένα πόδι. Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο.
κυρά Σαρακοστή δεν είχε στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία. Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 βδομάδες της Σαρακοστής.
Κάθε Σάββατο κόβανε και από ένα πόδι!

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η Ι.Μ. Πατρών στον πλευρό των προσφύγων της Ειδομένης

Συνεχίζεται μέ ἐντολή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου, ἡ συγκέντρωση ἀνθρωπιστικῆς βοήθειας, στούς Ἱερούς Ναούς, γιά τούς πρόσφυγες τῆς Εἰδομένης. Στούς πίνακες ἀνακοινώσεων τῶν Ἱερῶν Ναῶν ἒχει ἀναρτηθῆ κατάσταση μέ τά ἀπαραίτητα εἲδη. Πρό ἡμερῶν ἀπεστάλη ἀπό τήν Πάτρα τό πρῶτο μέρος τῆς βοηθείας σέ συνεννόηση μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου κ. Δημήτριο. Στό κήρυγμά του στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν, τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, ὁ Σεβασμιώτατος ἀνέφερε ὃτι πρέπει ὃλοι μας, νά σταθοῦμε στό πλευρό τῶν ἀδελφῶν μας αὐτῶν πού ἒφτασαν ἐδῶ κάτω ἀπό φρικτές συνθῆκες καί ζοῦν σέ ἂθλιες καταστάσεις. Αὐτό ἐπιτάσσει τό χρέος μας ὡς Ορθοδόξων Χριστιανῶν καί ὡς Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἒχομε πάντα στήν καρδιά μας βαθειά ἀγάπη πρός τούς ἐμπεριστάτους ἀδελφούς, ὃποιοι καί ἂν εἶναι καί τό ἒχομε ἀποδείξει διαχρονικά. Αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου μας.

Η Αγία Υπομονή (†13 Μαρτίου 1450)


Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες – κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν (π.χ. ο Στέφανος Νεμάνια, Σέρβος βασιλέας και κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους = όσιος Συμεών ο Μυροβλύτης). Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βόρειο – ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος. Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά το θάνατο του Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από το βυζαντινό πολιτισμό.
Ένιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέτρεπε να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, πέρα προς τη γενέθλια σερβική πατρίδα. Κοντά σ’ αυτά και πάνω απ’ αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα τη φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη και γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της. Υπολογίζεται να’ταν 19 περίπου χρονών, όταν παντρεύτηκε το Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη του 1390), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας. Η καινούργια ζωή της Ελένης – αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της, όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ’ όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας. Η Ελένη – αγία Υπομονή, απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος, που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα. Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάνα, όπου ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα, μέσα στη λακωνικότητά, τους τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονος της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη, με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα, εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά, εις κάθε περίπτωσιν, έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;» Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονη τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης». Στο ευλογημένο ζευγάρι ο Θεός χάρισε οκτώ παιδιά. Έξι αγόρια, από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η’ και ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας. Ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά, και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Και δύο κορίτσια, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία. Η πολύτεκνη και φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και τη γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε, υπέρ αυτών, τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον». Με υπομονή και επιμονή, με προσοχή και προσευχή σμίλεψε τους χαρακτήρες τους, τους έδωσε μαζί με το «ζην»και το «ευ ζην». Έτσι, κατάφερε, μεταξύ άλλων, να θέσει τέρμα στις, επί 90 περίπου χρόνια, συγκρούσεις, μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας, για την εξουσία, που είχαν εξαντλήσει την αυτοκρατορία. Οι όποιες διαφορές απόψεων ή διενέξεις παρουσιάζονταν (μετά το θάνατο του Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ήσυχα με το κύρος της μητρικής της παρέμβασης και της προσευχής της. Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα Μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν, ξεκουραζόταν η ψυχή της, αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια. Αυτό, το ενέπνευσε σε όλη την οικογένεια της. Ο σύζυγος της, αφού παρέδωσε το θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν το θάνατό του (29 Μαρτίου 1425), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της, έγινε μοναχή (1425) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή.Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος, και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο. Ακόμα, ενόσω βρισκόταν στην πατρίδα της, μαζί με τον πατέρα της έκτισαν την Ι.Μ. Παναγίας Παμμακάριστου στο Πογάνοβο, της πόλης Δημήτροβγκραντ της Ν.Α. Σερβίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την I. Μ. του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού, στον οποίο η αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια. Η Μονή είχε ιδρυθεί από τον συνασκητή του οσίου Παταπίου στην Αίγυπτο, όσιο Βάρα, έξω από την πύλη του Ρωμανού, πριν από το 450μ.Χ. Με τη συμβολή της αγίας, ιδρύθηκε στη Μονή γυναικείο γηροκομείο, με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». Η ευλάβειά της προς τον όσιο Πατάπιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο αγιογράφος του σπηλαίου του οσίου Παταπίου, στα Γεράνεια όρη της Κορινθίας, θεώρησε απαραίτητο να ιστορήσει την αγία Υπομονή δίπλα από το σκήνωμα του οσίου. Άνθρωπος φωτεινός και φωτισμένος, η αγία Υπομονή, προικισμένη με πολλά τάλαντα, που τα «εμπορεύθηκε» με σύνεση και σωφροσύνη και τα πολλαπλασίασε, κατάφερε, με την αρετή, την άσκηση και την καρτερία της, να φθάσει σε δυσανάβατα μέτρα αρετής. Μια σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς το Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ’, «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν, όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν.Όταν τη συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά τη συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινόμενης προς την αρετήν εκείνης. Όταν τη συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν τη συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικότερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιον του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξη από την υπομονή, τη σύνεση και την ισχυρότητα του χαρακτήρα της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονότερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν τη συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεση, και, γνωρίζοντας την ταπείνωση εις το πρόσωπο της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσέβειας, αποκτούσε μεγαλύτερο ζήλο. Κάθε πονεμένος, με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολική του φιλαυτία. Και, γενικά, κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν σε επικοινωνία μαζί της και να μην έγινε καλύτερος». Ο Θεός ευδόκησε να μη ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450, έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. Ο σύγχρονος της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός· του Μάρκου του Ευγενικού, Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής, συνοψίζει: «Ως προς δε την αοίδιμον εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα, εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος, και όλα μαζί, ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν». Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής». Απο το Ημερολόγιο 2006, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. Σύγχρονο θαύμα της Αγίας Είναι αρκετές οι εμφανίσεις της αγίας Υπομονής τα τελευταία χρόνια σε ευσεβείς και μη χριστιανούς. Επιλεκτικά, καταχωρούμε ένα συμβάν που περιγράφει τη θαυμαστή εμφάνισή της και θεραπεία κάποιου ασθενή. «Η αγία Υπομονή εμφανίσθηκε, ως μοναχή, σε κάτοικο των Αθηνών, ο οποίος εργαζόταν σε ταξί. Τον σταμάτησε και ζήτησε να κατευθυνθεί προς το Λουτράκι. Ο ταξιτζής είχε καρκίνο του δέρματος στα χέρια του και βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία. Καθ’ οδόν, η μοναχή, που φορούσε ένα κουκούλι με κόκκινο σταυρό, τον ρώτησε: Γιατί είσαι μελαγχολικός; Και εκείνος δε δίστασε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Μετά τον ρώτησε αν θέλει να τον σταυρώσει, για να γίνει καλά και εκείνος δέχθηκε. Σε λίγο όμως τον έπιασε υπνηλία και παρεκάλεσε τη μοναχή να σταθούνε λίγο για να μη σκοτωθούνε. Είχαν φθάσει κοντά στα διόδια και θα έβρισκαν άλλο ταξί, αν εκείνη βιαζόταν. Κάθισε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε, διαπίστωσε ότι τα χέρια του είχαν γίνει καλά, αλλά η μοναχή είχε εξαφανιστεί. Ρώτησε τους ανθρώπους των διοδίων μήπως είδανε καμία μοναχή εκεί κοντά, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε, συγκλονισμένος, γύρισε στο ταξί του και κατάλαβε ότι κάποια αγία ήταν κι έγινε άφαντη. Κατευθύνθηκε μετά στο γιατρό του και του διηγήθηκε το περιστατικό. Τη στιγμή εκείνη έπεσε το μάτι του σε μια εικόνα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του ιατρείου. Πετάχτηκε απ’ το κάθισμά του και φώναξε: “Αυτή ήταν”. Σημειωτέον ότι η εικόνα ήταν της αγίας Υπομονής. Έτσι έμαθε ποια ήταν εκείνη που τον θεράπευσε και τον γλίτωσε και απ’ την απελπισία. Το κουκούλι με τον κόκκινο σταυρό έδειχνε την καταγωγή πριν γίνει αυτοκρατόρισσα του Βυζαντίου και με αυτό το μοναχικό σχήμα τελείωσε και την επίγεια ζωή της. Εκ των υστέρων, έγινε γνωστό ότι η ημέρα που έγινε το θαύμα ήταν 13 Μαρτίου, ημέρα που η αγία γιορτάζει».

                                                  ]

 Η μνήμη της Οσίας και Θεοφόρου μητρός ημών Υπομονής, τελείται στις 13 Μαρτίου και 29 Μαΐου.

"Σκέψεις για το μυστήριο του θανάτου"

Με αφορμή τη θρησκευτική, αλλά και πολιτισμική εορτή του Ψυχοσαββάτου.(5/3/2016)


 Το εντονότερο και φοβερότερο πρόβλημα του ανθρώπου, αλλά και το πιο δύσκολο ερώτημα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, είναι ο θάνατος. Το πώς δηλαδή έρχεται κάποια στιγμή στην ζωή του ανθρώπου, που η τόση ομορφιά και ζωντάνια χάνονται και την θέση τους παίρνουν η δυστυχία και η σιωπή, ο φόβος και ο τρόμος. Ο θάνατος απασχολεί τον άνθρωπο από την πρώτη μέρα της ύπαρξής του έως και την στιγμή που τον νιώθει πλέον κοντά του. Όλες οι ανθρώπινες θεωρίες και φιλοσοφίες των ανατολικών θρησκειών, της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, της Δυτικής σκέψης, καθώς και όλες οι σύγχρονες υπαρξιακές φιλοσοφίες, προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις στο μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής, τον θάνατο. Η απάντηση όμως πουθενά, σε καμία θεωρία. Έτσι οι άνθρωποι στεκόμαστε άφωνοι και ακίνητοι μπροστά στις καθημερινές φρικιαστικές εικόνες του θανάτου που μας παρουσιάζουν τα ΜΜΕ και ανατριχιάζουμε μπροστά στο ενδεχόμενο του δικού μας θανάτου, που ποτέ όμως δεν μπορούμε να τον δεχθούμε επειδή είμαστε πλασμένοι για την ζωή. Όμως το μόνο σίγουρο στην ζωή μας είναι ο θάνατος και όσο γρηγορότερα το κατανοήσουμε τόσο πιο ευτυχισμένη ζωή θα έχουμε. Και ο τρόπος για να το κατανοήσουμε και κυρίως για να το ζήσουμε, είναι η εν Χριστώ ζωή. Είναι η πίστη μας στον αναστημένο Ιησού. Είναι η εμπιστοσύνη στον Λόγο του «ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται».[1] Σύμφωνα με την ομόφωνη διδασκαλία και των δύο πηγών της θείας Αποκαλύψεως, δηλ. της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως, ο άνθρωπος, η κατακλείδα και το αποκορύφωμα της Δημιουργίας, πλάσθηκε από τον Παντοδύναμο Θεό, και προικίσθηκε με υπέροχα φυσικά και πνευματικά εφόδια, πολύ αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο τον προόρισε ο Θεός. Και ο Θεός τον προόρισε για να ζει αιωνίως. Το προπατορικό αμάρτημα ήταν η αφορμή για το θάνατο του ανθρώπου. Έτσι η αμαρτία του πρώτου ανθρώπου, με όλες τις συνέπειες και τις ποινές, μεταδόθηκε σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Κάθε άνθρωπος «ερχόμενος εις τον κόσμον» είναι ένοχος και υπόδικος απέναντι στο Θεό. Η Αγία Γραφή σε πολλά σημεία διδάσκει τη μετάδοση σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων, μάλιστα δε με το τέλειο και κλασικό χωρίο της προς Ρωμαίους Επιστολής: «Διά τούτο ώσπερ δι΄ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ΄ ω πάντες ήμαρτον».[2] Με αυτά τα λόγια ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει με άριστο τρόπο τη διδασκαλία για τον παγκόσμιο χαρακτήρα της προπατορικής αμαρτίας. Στο χωρίο αυτό παρουσιάζεται ο Αδάμ ως ο δημιουργός της καθολικής αμαρτωλότητος. Σύμφωνα με το λόγο αυτό του Αποστόλου Παύλου, είναι ο αίτιος τόσο της αμαρτίας όσο και του θανάτου όλων των ανθρώπων. Με την αμαρτία των πρωτοπλάστων ανατράπηκε η ηθική φύση της ανθρώπινης ψυχής κι έχασε το κάλλος και το μεγαλείο της, μόλις δε διασώθηκε από την καταστροφή το λογικό και η συνείδηση που κι΄ αυτά διεστραμμένα και σκοτισμένα έμμεσα και συγκαλυμμένα φανέρωναν την πρώην ένδοξη και ευτυχισμένη κατάσταση του ανθρώπου. Η αμαρτία λοιπόν είναι η αιτία του θανάτου και ο Απ. Παύλος μας το λέει ξεκάθαρα. «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος».[3] Ο μισθός με τον οποίο η αμαρτία πληρώνει τους δούλους της, είναι ο θάνατος. Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πολύ βασικό ερώτημα που είναι το εξής: γιατί ο θάνατος στην ζωή μας; Πριν όμως αναφέρουμε το γιατί, θα παραθέσουμε ένα κείμενο ενός ανθρώπου που περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του αγίου Γέροντά του: «Τον είδα να πεθαίνει, πριν πεθάνει να λιώνει από καρκίνο. Να μένει σκέτο κόκαλο. Να μην έχει παράπονο γι΄ αυτό ούτε για τίποτε άλλο από τη ζωή του. Να τα βλέπει όλα ήρεμα. Να κάνει χιούμορ. Να πλησιάζει ο θάνατος. Να τον υποδέχεται με χαρά. Να γελά. Να μας ευχαριστεί όλους για τις εξυπηρετήσεις. Να παρακαλεί μια στιγμή να σταματήσουν να λείπουν οι φροντίδες μας, δεν χρειάζονταν πια. Ήλθαν άλλοι να τον πάρουν και να τον φροντίζουν για πάντα. Ήταν στο δωμάτιο. Έλαμψε το πρόσωπό του. Μιλούσε με τη σιωπή. Άρχισε η γλώσσα, η πολιτεία του μέλλοντος αιώνος. Εμείς θέλαμε κάτι να πει. Εκείνος έλεγε με την στάση του: Αφήστε με. Σας ευχαριστώ για ό,τι μου προσφέρατε. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Είμαι πλέον μαζί σας αλλιώς. Μη μου μιλάτε περισσότερο. Η ώρα έφθασε. Ο Χριστός ήρθε. Η ζωή άρχισε. Να λοιπόν η αρχή και η πίστη πάνω στις οποίες θα βαδίσουμε σήμερα. Ο Χριστός ήρθε. Η ζωή άρχισε και η καρδιά του ανθρώπου γεμίζει με ειρήνη, ασφάλεια, ελπίδα και αιώνια ζωή». Το κείμενο αυτό απαντά με πολύ απλό τρόπο στο γιατί ήλθε ο Χριστός στη γη. Ο Χριστός ήρθε να νικήσει τον θάνατο και μέσω αυτού τον διάβολο και αφού πέτυχε την νίκη αυτή, χάρισε ζωή σε όλους τους ανθρώπους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας εξηγεί πώς ο θάνατος μετά τον Χριστό είναι κοίμηση, ο Χριστός αναστήθηκε και η πραγματική ζωή κυριαρχεί στον κόσμο. Ο Χριστός αναστήθηκε και κανένας νεκρός δεν υπάρχει στα μνήματα. Ο θάνατος του Χριστού λοιπόν ήταν ένας ζωαρχικός θάνατος.[4] Έδωσε την δυνατότητα στους ανθρώπους να γεννιούνται αθάνατοι μέσω της μητέρας Εκκλησίας και των μυστηρίων της. Μετά τον Χριστό λοιπόν, ο θάνατος είναι ήπιος και υπάρχει για ένα λόγο, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται».[5] Ας εξετάσουμε λοιπόν με βάση την ορθόδοξη διδασκαλία, το θέμα το θανάτου για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη σημασία του θανάτου για τη ζωή και τη σωτηρία μας. Και κατά πρώτον ας δούμε τι είναι ο θάνατος. Με την λέξη θάνατο εννοούμε την παντοτινή απώλεια του ανθρώπου ή καλύτερα και ακριβέστερα κατά την ορθόδοξη παράδοση, το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, που είναι το αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου από τον Παράδεισο. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος είναι μια ολοκληρωμένη ύπαρξη που περιλαμβάνει σώμα και ψυχή. Κατά τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα «θάνατος χωρισμός της ψυχής από του σώματος εστί».[6] Το ίδιο αναφέρει και ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς «χωρισμός της ψυχής από του σώματος θάνατος εστί του σώματος».[7] Πολλοί πατέρες της εκκλησίας υπογραμμίζουν κυρίως ένα άλλο θάνατο, το χωρισμό της ψυχής από τον Θεό, τον οποίο ονομάζουν πνευματικό θάνατο. Αυτός ο χωρισμός αιτία είχε την παράβαση της εντολής του Θεού και την αμαρτία. «Θάνατος το μεν εστί ο του Θεού χωρισμός, κέντρον δε θανάτου η αμαρτία»[8], γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Η χριστιανική διδασκαλία έδωσε μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη απάντηση και λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης υπόστασης. Η αρχαία φιλοσοφία θεωρούσε ότι το σώμα είναι φυλακή και τάφος της ψυχής.[9] Πως μετά τον θάνατο του ανθρώπου η ψυχή ελευθερώνεται ενώ το σώμα ξαναγυρίζει στην γη και χάνεται παντοτινά. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την θέση των αρχαίων Ελλήνων, με τον θάνατο ελευθερωνόταν η ψυχή από το δεσμωτήριο του σώματος, και επανερχόταν στον ουράνιο κόσμο με τον οποίο συγγενεύει αφού πίστευαν πως είναι εκ φύσεως αθάνατη. Αντίθετα το σώμα που είχε σχέση με την φθορά, διαλυόταν και γινόταν ένα με την ύλη, το χώμα και εξαφανιζόταν διά παντός. Με τις θέσεις τους όμως αυτές, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι ένα μέρος του ανθρώπου, η ψυχή, είναι αιώνιο, ενώ το άλλο μέρος, το σώμα, χάνεται, οπότε ο θάνατος παραμένει τελικά ανίκητος. Και επειδή πολλοί κουλτουριάρηδες έχουν ζυμωθεί με τις ιδέες αυτές, καλό είναι να τις ξεκαθαρίσουμε για να μην αφήσουν στην καρδιά μας το δηλητήριο της απελπισίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ερμηνεύοντας την Αγία Γραφή, διδάσκουν πως ο άνθρωπος είναι μία ολοκληρωμένη ύπαρξη που περιλαμβάνει σώμα και ψυχή μαζί. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει «δεν ονομάζεται άνθρωπος μόνο η ψυχή ή μόνο το σώμα, αλλά και τα δύο μαζί. Η ανθρώπινη φύση αποτελείται από το ζευγάρι ψυχής και σώματος».[10] Στην ορθόδοξη διδασκαλία πιστεύουμε ότι με τον θάνατο διαλύεται ο αδιάρρηκτος σύνδεσμος ψυχής και σώματος. Η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα με μεγάλο πόνο επειδή όπως μας λέει ο Άγιος Γρηγόριος η ψυχή αγαπά το σώμα με τόσο μεγάλο έρωτα, ώστε δεν θέλει με κανένα τρόπο να το αποχωριστεί και να το εγκαταλείψει. Η ψυχή δεν ζούσε πριν την δημιουργία του σώματος γι΄ αυτό και δεν θέλει να ζήσει χωρίς αυτό. Μεταξύ της ψυχής και του σώματος υπάρχει όχι απλώς συζυγία αλλά συμφυΐα, όπως αναφέρει η Νεκρώσιμη ακολουθία.[11] Και για να χρησιμοποιήσω μια επίκαιρη έκφραση, η ψυχή και το σώμα θα λέγαμε πως είναι σιαμαία αδέλφια. Ωστόσο όταν αναγκαστικά η ψυχή εγκαταλείψει το σώμα, τότε ζει σε μία ενδιάμεση κατάσταση μέχρι την τελική ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας, όπου εκεί θα πάρει εκ νέου το δικό της οικείο σώμα αναστημένο κα ένδοξο, για να ζήσουν ενωμένα στους αιώνες των αιώνων. Την στιγμή και την εικόνα αυτή μας την δίνουν στην Αγία Γραφή δύο χωρία. Πρώτον στην Α΄ Κορινθίους ο Παύλος μας λέει: «ο θάνατος του σώματος είναι μία σπορά. Σπέρνεται σώμα θνητό και αυτό το θνητό σώμα φυτρώνει και γίνεται αθάνατο. Συμβαίνει το ίδιο και με τον σπόρο που σπέρνεται στην γη και σαπίζει αλλά από αυτό το σάπισμα αναφύεται η ζωή και η καρποφορία».[12] Και δεύτερον τα λόγια το Κυρίου μας: «αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος πεσών εις την γην αποθάνη αυτό μόνος μένη· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει».[13] Έτσι λοιπόν και το ανθρώπινο σώμα διαλύεται, για να ζωντανέψει και να το τελειοποιήσει το Άγιο Πνεύμα. Το ανθρώπινο σώμα δεν χάνεται, δεν εξαφανίζεται, διότι μετά την Δευτέρα Παρουσία όλα τα σώματα θα αναστηθούν. Ο σωματικός θάνατος δεν εξαφανίζει το σώμα, αλλά διαλύει την θνητότητα και την φθορά όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «η φθορά αυτή του σώματος δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται το σώμα, αλλά διαλύεται η θνητότητα και η φθορά. Διότι η ουσία του σώματος μένει και κατά την ανάσταση θα ντυθεί μα υπερβολική δόξα, αλλά δεν θα είναι δόξα για όλα τα σώματα, παρά μόνο στα σώματα των αγίων».[14] Η διάλυση αυτή δηλαδή ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, αποτελεί την πιο οδυνηρή εμπειρία του ανθρώπου. Είναι δε και το πιο αναπόφευκτο γεγονός από το οποίο θα περάσουμε όλοι. Ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης αναφέρει ότι «ο θάνατος είναι το τέλος για όλους τους ανθρώπους, ο φόρος όλων, το φοβερό πέρασμα από το οποίο θα περάσουμε όλοι, το πικρό ποτήρι που όλοι θα πιούμε».[15] Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να το περιγράψει, διότι εκτός από τα στοιχεία που μας δίνουν οι γραφές και οι πατέρες, ο θάνατος παραμένει ο «Μεγάλος Άγνωστος». Τα κείμενα των Πατέρων μας μιλούν βέβαια από την μία για το αποτρόπαιο του θανάτου, από την άλλη όμως όπως θα δούμε, μας δυναμώνουν, μας ζεσταίνουν την καρδιά, μας δίνουν δύναμη, θάρρος, ελπίδα, με βάση την καρδιά μας δίνουν δύναμη, θάρρος, ελπίδα, με βάση την πίστη μας στον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό, για να πορευθούμε με χαρά προς το μυστήριο του θανάτου και της αναστάσεως. Κι ας εξηγήσουμε τι εννοούμε με την φράση να πορευθούμε με χαρά προς τον θάνατο, διότι στ’ αυτιά μας ηχεί παράλογα. Ο Μέγας Αντώνιος λέει πως «ο θάνατος για τους ανθρώπους είναι αθανασία όταν κατανοηθεί και αντιμετωπισθεί σωστά. Δεν τον κατανοούν όμως οι αμαθείς. Γι΄ αυτούς είναι θάνατος. Και βέβαια δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, αλλά την απώλεια της ψυχής, που είναι η αγνωσία του Θεού. Αυτό είναι και το πιο φοβερό για την ψυχή μας».[16] Ας θυμηθούμε και το απόφθεγμα σοφίας που προέρχεται από την εμπειρία της μοναχικής ζωής: «Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει τον θάνατο μετάσταση για τους ενάρετους ανθρώπους. Επίσης, τον ονομάζει αποδημία, «ουδέ γαρ θάνατος εστί, αλλά ύπνος και αποδημία».[17] Είναι απαλλαγή από τους πόνους, είναι λύτρωση και ανάπαυση, είναι ευεργεσία, είναι εύδιος λιμήν. Με την ανάσταση του Χριστού τίποτε δεν παραμένει στην φθορά και στο θάνατο, αν εμείς δεν το θελήσουμε. Ο Θεός Πατήρ μας προσλαμβάνει στην αγάπη Του «διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι» και εν αυτώ θάνατος δεν υπάρχει. Υπάρχει χαρά, ειρήνη, θεανθρώπινη σχέση η οποία δεν σταματά, αλλά μετουσιώνεται σε ζωή, ζωή αιώνια, ζωή μαζί με τον Χριστό. Αυτό το πλήρωμα της ζωής που το βιώνουμε από τώρα στην Εκκλησία, ο καθένας κατά το μέτρο της Χάριτος και του προσωπικού του αγώνα, θα μας αποκαλυφθεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Με όλα αυτά που είπαμε δεν σημαίνει πως είναι εύκολο να δεχθούμε ότι ο θάνατος δεν είναι ένα φρικτό γεγονός που όπως μας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «φόβου γέμει πολλού». Και αυτό γιατί ο θάνατος είναι κάτι το εντελώς αφύσικο για τον άνθρωπο ο οποίος είναι πλασμένος για ζωή. Γι αυτό και όσο ψύχραιμοι και πιστοί αν είμαστε, μπροστά στην σωρό ενός αγαπημένου μας προσώπου, κυριευόμαστε από ένα αίσθημα ερήμωσης, έντονου πόνου και φόβου. Επειδή μάλιστα ο θάνατος είναι και χωρισμός -έστω και προσωρινός- φέρνει θλίψη και οδύνη στους συγγενείς, στους φίλους, στους αγαπημένους, και πολλές φορές και άρνηση, θυμό κι απόρριψη του Θεού. Αυτός ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα γίνεται βιαίως. Κι αυτή είναι και η πιο φοβερή στιγμή της επίγειας ζωής του ανθρώπου, αλλά συγχρόνως και το τέλος του. «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον, πως ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, και της συμφυΐας ο φυσικώτατος δεσμός θείω βουλήματι αποτέμνεται».[18] Τα φοβερά αυτά λόγια του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, είναι γνωστά σε όλους μας μέσα από την ακολουθία της κηδείας. Εδώ λοιπόν παρουσιάζονται τρεις μεγάλες αλήθειες. Η πρώτη, ότι υπάρχει στενός και φυσικότατος δεσμός μεταξύ ψυχής και σώματος και υπάρχει μεγάλη αρμονία. Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι η σχέση αυτή διασπάται βιαίως, και το βιαίως αυτό δημιουργεί το μυστήριο του θανάτου. Και τη τρίτη αλήθεια είναι ότι η διάσπαση αυτή γίνεται με την βούληση του Θεού. Όλα αυτά λοιπόν κάνουν την ώρα του θανάτου φοβερή για τον κάθε άνθρωπο. Και το φοβερό δεν είναι στο ότι εγκαταλείπουμε τον κόσμο με τον οποίο έχουμε δεθεί, αλλά στο ότι αρχίζουν να ενεργούν μυστήρια, τα οποία προηγουμένως με την τύφλωση των αισθητηρίων οργάνων του σώματός μας δεν μπορούσαμε να τα αντιληφθούμε. Τι γίνεται όμως μετά το θάνατο; Ποιος μας βεβαιώνει ότι οι ψυχές ζουν μετά από τον θάνατο και περιμένουν την τελική κρίση και την Ανάσταση; Στην Αγία Γραφή έχουμε πολλά χωρία που μας βεβαιώνουν ότι οι ψυχές ζουν μετά θάνατο. Αναφέρουμε δυο από την Παλαιά και δυο από τη Καινή. Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι «ο Αβραάμ απέθανε και προσετέθη τω λαώ αυτού»[19], δηλαδή στους δίκαιους προγόνους του. Ο προφήτης Ηλίας ανέστησε τον υιό της χήρας στα Σαρεπτά. Προσευχήθηκε στο Θεό και είπε: «Κύριε, ο Θεός, επιστραφήτω δη η ψυχή του παιδαρίου τούτου εις αυτόν».[20] Και πραγματικά, μετά την προσευχή, επέστρεψε η ψυχή του παιδιού στο σώμα του και έζησε πολλά χρόνια. Ο τετραήμερος Λάζαρος, η θυγατέρα του Ιαείρου, ο γιος της χήρας της Ναϊν, όλων αυτών οι ψυχές επέστρεψαν στα αντίστοιχα σώματά τους με το λόγο του Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος είπε στο ληστή: «Σήμερον μετ΄ εμού έση εν τω Παραδείσω».[21] Αλλά ο ληστής βρισκόταν στο τέλος της επίγειας ζωής του. Επομένως, αφού το σταυρωμένο του σώμα σε λίγο θα πέθαινε, η ψυχή του ληστή ήταν εκείνη που θα βρισκόταν με τον Κύριο στον Παράδεισο. Αλλά και στα έργα των μεγάλων θεολόγων και αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν άπειρες αναφορές. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε δύο. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο λόγο του «Περί ψυχής και αναστάσεως» μας αναφέρει: «Οι δι΄ αρετής τον παρόντα διαπλέοντες βίον, ώσπερ εκ ακατακλύστω λιμένι τω αγαθώ κόλπω τας ψυχάς εναρμονίζονται».[22] Το αντίθετο συμβαίνει στους αμαρτωλούς: «Η των αγαθών στέρησις γίνεται φλοξ την ψυχήν διασμήχουσα». Οι ψυχές δηλαδή κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, όχι μόνο ζουν μετά τον θάνατο, αλλά, όσες είχαν ενδυθεί την αρετή, καταφεύγουν στον αγαθό κόλπο του Αβραάμ, ενώ των αμαρτωλών οι ψυχές, λόγω του ότι δεν έχουν το φωτεινό ένδυμα των αρετών, η έλλειψη αυτή γίνεται φλόγα που τις κατατρώγει. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επίσης, σε ερώτηση που του απηύθυναν σχετικά με το που βρίσκονται τα πνεύματα, οι ψυχές, των απ’ αιώνος Αγίων, δίνει την εξής απάντηση: «Ουκ εν τω υπερουρανίω φωτί μετά των αγγέλων της αυτής εισιν απολαύοντα φωτοχυσίας;».[23] Η ψυχή λοιπόν συνεχίζει να έχει δική της υπόσταση και ύπαρξη μετά το χωρισμό της από το σώμα. Διότι τίποτε δεν εμποδίζει την ψυχή να ζει και να υπάρχει και να προγεύεται τη μακαριότητα της Βασιλείας του Θεού. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός μας λέει πως η μακαριότητα αυτή, είτε την ονομάσουμε θεωρία, είτε μετοχή, είτε κοινωνία Θεού, είτε Βασιλεία, «ατελής εστί πάσα και ελλιπής ως προς εκείνην την ελπιζομένην κατάστασιν»[24], διότι οι ψυχές προσδοκούν την ανάστασιν, ώστε να λάβουν και τα σώματά τους, για να δοξασθούν τελείως και να μετάσχουν στην άκτιστη Χάρη του Θεού. Συνοψίζοντας τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί του θανάτου, αναφέρουμε τα πέντε κεντρικότερα σημεία της: 1. Θάνατος, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων, είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. 2. Όταν ο χωρισμός αυτός γίνει, τότε η μεν ψυχή προγεύεται σε μία κατάσταση αναμονής τα του Παραδείσου ή της κολάσεως, το δε σώμα διαλύεται και περιμένει την Δευτέρα Παρουσία για να αναστηθεί και να ενωθεί με την ψυχή. Το σώμα αυτό δεν έχει ανθρώπινες ανάγκες αλλά μοιάζει με το ένδοξο και αναστημένο σώμα του Κυρίου μας μετά από την Ανάστασή Του. 3. Ο θάνατος δόθηκε από τον Θεό στους ανθρώπους μετά την έξοδό τους από τον Παράδεισο ως φυσικό επακόλουθο της αμαρτίας τους. Είναι δώρο του Θεού στους ανθρώπους για να μην μείνει η αμαρτία αθάνατη. 4. Η ψυχή και το σώμα είναι κτιστά. Δημιουργούνται κατά την στιγμή της συλλήψεως. Η ψυχή όμως «κατά Χάριν» γίνεται αθάνατη σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων. 5. Μετά τον θάνατο του Κυρίου μας και την νίκη Του με την ένδοξη ανάστασή Του στην ουσία δεν υπάρχει πλέον θάνατος για τους ανθρώπους αλλά ύπνος, γι’ αυτό και μιλάμε για κοιμηθέντες και για κοιμητήρια όπως ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς. Ας κατανοήσουμε, λοιπόν, κι αυτό το Ψυχοσάββατο ότι οι άνθρωποί μας είναι μεν κεκοιμημένοι, αλλά είναι ζωντανοί. Δεν χάνεται ο άνθρωπος, αλλά τοπικά μετακομίζει. Εμείς οι ζωντανοί επικοινωνούμε μέσα από τη Θεία Λειτουργία, τις αγιαστικές πράξεις και την ελεημοσύνη και αναμένουμε και τη δική μας μετοίκηση και τη συνάντησή μας στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Μέχρι τότε ας ζήσουμε και εμείς, ευχόμενοι ότι την ώρα που θα μας καλέσει ο Χριστός κοντά Του, η εμπειρία της ζωής και η βεβαιότητά μας δια της πίστεως στη μετά θάνατον ζωή, θα μας κάνει να ψελλίσουμε κι εμείς όπως ο Γέροντας που αναφέραμε στην αρχή, τα εξής λόγια: «αφήστε με παρακαλώ. Ο Χριστός ήρθε. Η ζωή άρχισε».

Η Νηστεία... όχι ως αυτοσκοπός!


Στα πρόθυρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής βρισκόμαστε και δεν θα μπορούσαν τα αγιογραφικά αναγνώσματα που θα ακούσουμε αύριο να μην είχαν σκοπό να μας προετοιμάσουν πνευματικά ώστε να την περάσουμε πνευματικά, σωτήρια και καρποφόρα. Δεν θ’ ακούσουμε βέβαια τον Απόστολο αύριο να μας λέει τι θα φάμε και τι όχι. Μας συμβουλεύει όμως να προσέξουμε να μην κατακρεουργήσουμε με σχόλια τον διπλανό μας. Θα το κάνουμε αυτό αν και όταν ενδιαφερθούμε για το τι έφαγε αυτός και δεν μας απασχολεί τι θα κάνουμε εμείς. Το άριστο είναι να τηρούμε την νηστεία όπως την διδάσκει η Εκκλησία μας. Δεν πρέπει άρα να αναζητούμε λόγους που θα επιτρέπουν την εξαίρεση, θα παρασιωπούν την ανάγκη, ή θα επιβάλουν την κατάλυση. Τη χρονική περίοδο όπου έχει καθιερωθεί εντατική και καθημερινή νηστεία, ο πειρασμός έρχεται ως πρόσκληση σε διάλογο μαζί του, όχι για να νικηθεί αλλά να επιβληθεί. Η νηστεία δεν μπορεί να γίνει μέτρο σύγκρισης αγιότητας, πίστης και εγκράτειας. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι, κάθε φορά που τον επόμενο καιρό εξετάζουμε, καυτηριάζουμε, απορρίπτουμε το αρτύσιμο πιάτο του διπλανού μας, είναι σαν να το καταναλώσαμε κιόλας. Έτσι, η νηστεία στη συνήθεια θερμόαιμων χριστιανών αντί για τρόπος άσκησης, γίνεται αιτία κατάκρισης. Πρέπει να μεριμνήσουμε όχι μόνο για την νηστεία τροφών -που είναι εύκολη και συχνή ιατρική συμβουλή- αλλά και παθών, λόγων και πράξεων. Πρέπει ως νηστεία να νοήσουμε την εκούσια στέρηση κάθε τι που είναι συνήθειά μας ανυπέρβλητη και που μας παραπέμπει σε πάθος (λ.χ. τσιγάρο, ποτό, κ.ά.). Δεν δικαιούμαστε να υπερτονίσουμε την σημασία της, να υποβιβάσουμε την αναγκαιότητά της ή να καταργήσουμε την ύπαρξή της. Αντίθετα, θα ανατροφοδοτήσουμε γνήσια την χριστιανορθόδοξη ταυτότητά μας όταν νηστέψουμε με ειλικρίνεια, με ανιδιοτέλεια, με διάκριση. Η νηστεία είναι αναμφισβήτητα μέρος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που αρχίζει αύριο, όχι όμως ο αυτοσκοπός της. Πρέπει να την συνδυάσουμε με την ελεημοσύνη, με την Θ. Λατρεία, με την εξομολόγηση. Όλα δε, πρέπει να απέχουν από κάθε έννοια αυτοπροβολής, ταπεινολογίας, ελεεινολογίας. Αν δεν αγωνισθούμε με επιμονή, υπακοή, και αποφασιστικότητα, θα χάσουμε τα πάντα. Θα συνεχίσουμε να ζούμε την αυταπάτη της δικαίωσης εμπρός στον Θεό και ανάμεσα τους συν-ανθρώπους.
Αγία και Καλή Τεσσαρακοστή!!!

Κυριακή της Τυρινής

Κυριακή της Τυρινής (13/3/2016)
Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή της Τυρινής, είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ’ ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του. Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε! Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι’ αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου. Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους. Κοντάκιον Ἦχος πλ. β’. Τῆς σοφίας ὁδηγέ, φρονήσεως χορηγέ, τῶν ἀφρόνων παιδευτά, καὶ πτωχῶν ὑπερασπιστά, στήριξον, συνέτισον τὴν καρδίαν μου Δέσποτα. Σὺ δίδου μοι λόγον, ὁ τοῦ Πατρός Λόγος, ἰδοὺ γὰρ τὰ χείλη μου, οὐ μὴ κωλύσω ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα.